20 Νοε 2005

Вєліграді (Бєоград) – Στην λευκή πόλη των προθέσεων


Αν και λίγο ψηλά, το Βελιγράδι θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν η κλειτορίδα των Βαλκανίων. Όλη η Ευρώπη υποκρίνεται ότι μπορεί να κάνει και χωρίς αυτό, αλλά κατά βάθος θέλει να παίξει μαζί του. Η σπάνιας ομορφιάς πρωτεύουσα της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, και σήμερα της Σερβίας, αποτελεί ίσως την πιο σέξι μητρόπολη της χερσονήσου, με ένα καταπληκτικό μείγμα ανθρώπων να ζει στα σπλάχνα της. Το Πηδάλιο βρέθηκε εκεί πριν «το σηκώσουμε», τον Αύγουστο του 2005. Βράχηκε στον ποταμό Σάβα, απέτισε φόρο τιμής στον Ρήγα, έφαγε burek με γιαούρτι για πρωινό, ήπιε σλιβοβίτσα στον Δούναβη και, στο κάλεσμα μιας χάλκινης τρομπέτας, είπε “ζίβελι” στην τρελή βαλκανική ψυχή.


Η τοποθεσία στην οποία έχει κτιστεί το Βελιγράδι (Beograd σημαίνει Λευκή Πόλη) είναι ιδανική σε σχέση με την ευρύτερη περιοχή. Όλα άρχισαν από έναν βράχο, την ακρόπολη Kalemegdan, ακριβώς εκεί όπου ο ιστορικός για τους Σέρβους ποταμός Σάβας χύνεται στο κάποτε επικό ποτάμι της Ευρώπης, τον Δούναβη. Ο τελευταίος, αντί για Γαλάζιος, μοιάζει τώρα με τον μεγαλύτερο υπόνομο της ηπείρου. Στο παράκτιο πάρκο κάτω από το κάστρο δεσπόζει ο πύργος Νεμπόισα. Εκεί, τα ξημερώματα της 25ης Ιουνίου 1798, ο Ρήγας Φερραίος και 7 σύντροφοί του απαγχονίζονταν και ρίχνονταν νεκροί στον Δούναβη, πληρώνοντας το επαναστατικό όραμά τους που ήθελε μια ανεξάρτητη βαλκανική ομοσπονδία εθνών.


Το ομορφότερο κομμάτι της πόλης όμως είναι από την άλλη πλευρά. Το Stari Grad είναι στην ουσία η παλιά πόλη, με τα νεοκλασικά και αρτ-νουβώ κτίρια, τα καφέ, τα μαγαζιά και τα πλήθη που ανεβοκατεβαίνουν ακούραστα την πεζοδρομημένη λεωφόρο Kneza Mihaila, χαραγμένη μερικά εκατοστά πάνω από την παλιά ρωμαϊκή οδό. Εκεί είναι η περατζάδα, η πασαρέλα με τις πανέμορφες σέρβες, η αστική φλέβα όπου κυλάει το νέο αίμα, η πλατφόρμα/πίστα για το διαπροσωπικό αλισβερίσι αλλά και η μουσική σκηνή της πόλης αφού σε κάθε γωνία υπάρχει και μια διαφορετική μουσική. Τζαζ καλέσματα από σαξόφωνο, κλασικοί ήχοι από βιολιά, μια νότα μελαγχολικού ακορντεόν και μια δόση τρέλας από σερβικές τρομπέτες. Λίγο πιο δίπλα βρίσκεται η οδός Skandarska, γνωστή στις αρχές του περασμένου αιώνα ως το κέντρο των απανταχού βαλκάνιων μποέμ. Σήμερα διατηρείται εξ’ ολοκλήρου, αλλά έχει εμπορευματοποιηθεί για τουριστικούς λόγους απωθώντας τους μεταμοντέρνους μποέμ σε άλλα καταγώγια.



Το καλοκαίρι, εκτός από τα καφέ και τα μπαρ στο κέντρο, οι τυχεροί κάτοικοι αυτής της πόλης έχουν ακόμη μια επιλογή. Την Ada Ciganlija, που σημαίνει το νησί των τσιγγάνων. Πρόκειται για ένα νησάκι νοτιοδυτικά του κέντρου, το οποίο βρίσκεται στην μέση του ποταμού Σάβα και διαθέτει δύο τεράστιες παραλίες στις όχθες του. Καθημερινά, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σπάνε την ρουτίνα τους βουτώντας στα όχι-και-τόσο καθαρά νερά, με τα υπαίθρια καφέ και τις ομάδες σέρβων μάτσο τύπων να κάνουν τρελές δουλειές.


Όσο περισσότερο απομακρύνεται κανείς από αυτά τα μέρη, τόσο συναντά εντονότερη την κληρονομιά σχεδόν μισού αιώνα σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Η χαρακτηριστικότερη γειτονιά για τους νοσταλγούς της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας δεν είναι άλλη από το οργουελιανό Novi Beograd, στην απέναντι πλευρά του Σάβα, όπου μερικές φορές νιώθεις σαν ήρωας από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Λίγο πιο δίπλα το βυζαντινό Ζεύγμινον (λόγω της εκεί ζεύξης των ποταμών), το Σεμλίνο της ελληνικής παροικίας του 17ου αιώνα, που σήμερα αποτελεί την κυριλέ συνοικία Ζεμούν, με τα καφέ και τα clubs στις όχθες του Δούναβη όπου συχνάζουν γυναίκες-τρόπαια αγκαζέ με πλούσιους επιχειρηματίες ή ακόμη πιο πλούσιους βαλκάνιους μαφιόζους. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η συμμορία που κρυβόταν πίσω από την δολοφονία του σέρβου πρωθυπουργού Ζόραν Τζίντζιτς ονομαζόταν… Ζεμούν.


Μιλώντας για την λεγόμενη Yugonostalgia, το Βελιγράδι αποτελεί ένα από τα λίγα μέρη όπου μπορεί κανείς να δει αρκετά απομεινάρια του πολυεθνικού σοσιαλιστικού πειράματος, της Γιουγκοσλαβίας. Εκτός από τα κυβερνητικά κτίρια στο κέντρο της πρωτεύουσας, το περίφημο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, την πρώην Γέφυρα της Αδελφότητας και της Ενότητας στον Σάβα, δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στην επίσκεψη, ένα πρωινό, στον τάφο του Στρατάρχη Τίτο. Έφτασα εκεί με τον συνοδοιπόρο Γιάννη, καταϊδρωμένοι από την ασφυκτική υγρασία που απέπνεαν τα δύο ποτάμια, φαινόμενο σύνηθες τους καλοκαιρινούς μήνες. Ανεβήκαμε έναν έρημο ανήφορο και φθάσαμε στο ‘προσκύνημα’. Ένα σπίτι που μοιάζει με βίλα, και στο κέντρο του ένας λιτός μαρμάρινος τάφος. Τριγύρω 5-6 δωμάτια με προσωπικά αντικείμενά του και ένα τελευταίο με τους πυρσούς των πιονιέρων, δώρα της κομμουνιστικής νεολαίας στις γιορτές για την Ημέρα των Νέων, που παραδόξως συνέπιπτε με τα γενέθλια του Τίτο. Βγαίνοντας είπαμε να ρίξουμε μια ματιά στο βιβλίο των επισκεπτών και υπολογίσαμε το εξής εντυπωσιακό. Ότι ένα μεγάλο τετράδιο 100 σελίδων συμπληρώνεται σε μόνο 3 μήνες, και αυτό συμβαίνει πιθανότατα με φθίνουσα ένταση από το 1981. Λίγο πριν φύγουμε η ματιά μας έπεσε σε μια από τις πιο πρόσφατες σελίδες και είδαμε κάτι που μας έκανε να σαστίσουμε. Μια μέρα πριν από εμάς, 24 χρόνια μετά τον θάνατο του Τίτο, ένας επισκέπτης είχε υπογράψει στα ελληνικά: Στρατάρχη, σ’ ευχαριστώ για το όραμα!


Αν και έχουν περάσει 6 χρόνια από τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ, αναπόφευκτα θα δει κανείς μερικά κατεστραμμένα κτίρια στο κέντρο του Βελιγραδίου. Το πιο κεντρικό είναι το αρχηγείο του Στρατού, κοντά στον Σιδηροδρομικό Σταθμό, το οποίο δέχθηκε τόσο σφοδρά πλήγματα που ένα διπλανό κτίριο έχει υποστεί σημαντικές φθορές από τα θραύσματα ενώ ένα άλλο παραμένει ολόκληρο με σπασμένα από το ωστικό κύμα τζάμια. Ήταν η πρώτη μου φορά που έβλεπα από κοντά ένα κτίριο βομβαρδισμένο και στάθηκα για μερικά λεπτά απλώς παρατηρώντας το. Κρετίνοι!, είπα μέσα μου και σκέφτηκα τον οικοδεσπότη μας, τον Vlado, ο οποίος μένει στον 25ο όροφο μιας σοσιαλιστικής πολυκατοικίας στην ανατολική πύλη της πόλης. Κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών καλούσε τους φίλους του στην ευρύχωρη βεράντα του για να πιουν μπύρες και να δουν τις εκρήξεις. «Τι να φοβηθούμε;», μου έλεγε, «αφού βομβαρδίζουν ολόκληρη την πόλη. Αν είναι να μας βρει, θα μας βρει». Ευτυχώς αυτόν δεν τον βρήκε. Έξι χρόνια μετά τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς, ο Vlado προτίμησε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία σε μη στρατιωτικό πόστο, γιατί δεν θέλει «να ανέβει κανένας τρελός στην εξουσία και, μέσα σε έναν εθνικιστικό παροξυσμό, να βρεθεί ξαφνικά σε κάποιο μέτωπο». Έξι ολόκληρα χρόνια μετά, ρώτησα τον Vlado τι σχεδιάζει να κάνει μετά τον στρατό και μου είπε: «Σε αυτή την χώρα δεν κάνεις σχέδια. Έχεις απλώς προθέσεις…»


Για μερικές ακόμα φωτογραφίες από το blog του "υπουργού" κάντε κλικ εδώ.